Μου έστειλες το Σάββατο το βράδυ αυτό το μήνυμα: “Νυστάζω και συγχρόνως αντιστέκομαι… Φοβάμαι… Τα όνειρα εκείνα τα ευτυχισμένα θέλω να δω… Τότε που η μόνη μου έννοια ήταν σε ποιο συννεφάκι ήμασταν… Ποιός το περίμενε πως από λευκό και φωτεινό γκρίζο θα γινόταν και απειλητικό και θα σκοτείνιαζε όλο τον ουρανό μου;”…
Εδώ και μέρες φοβάμαι το πρωί να σε ρωτήσω πως κοιμήθηκες, φοβάμαι την απάντηση… Θα ήθελα να μου πεις ότι απλά κοιμήθηκες καλά, ήσυχα… Δεν περιμένω να δεις όμορφα όνειρα… Όχι στην παρούσα φάση… Το μήνυμά σου, όπως κι άλλα στο παρελθόν, με πόνεσε… Πάρα πολύ… Δεν σε κατηγορώ ούτε λέω ότι το κάνεις επίτηδες ματάκια μου, έχεις απόλυτο δίκιο… Πονάω όχι για τα λόγια που λες, αλλά για όλα όσα νιώθεις επειδή ξέρω ότι εγώ φταίω…
Θυμάμαι μια στιγμή το Σάββατο στην Αθήνα… Μάλλον πολλές θυμάμαι… Όλες… Ξαπλωμένοι το Σάββατο το απόγευμα και μιλούσες… Κάθε σου λέξη με πονούσε όλο και περισσότερο… Τότε έκλαψα… Κάθε φορά που θυμάμαι τα λόγια σου δακρύζω… Δεν πειράζει, είναι για καλό… Πολλές στιγμές εκείνες τις 23 ώρες δεν ήξερα τι να πω… Εκείνες τις στιγμές όμως… Δεν μπορείς να φανταστείς πως ένιωσα ματάκια μου, πόσο ανάξιός σου, πόσο χαζός…
Στο έχω ξαναπεί… Φαντάσου την πιο ζεστή μέρα που έχεις ζήσει… Περπατάς για ώρα… Ιδρώνεις και διψάς αφάνταστα… Φτάνεις κάπου και παίρνεις ένα μπουκάλι κρύο νερό να πιεις… Γουλιά – γουλιά νιώθεις κάθε κύτταρο του κορμιού σου να ξεδιψά και παράλληλα μία αγαλλίαση, μία απόλαυση… Κάτι τέτοιο ένιωθα κάθε φορά που σ’ έβλεπα ξανά, που σε φιλούσα, που ένιωθα το άγγιγμά σου, που, που, που…
Άπειρα πολύ πολύ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου